Η ιστορία του Καραγκιόζη

Η ΣΟΥΣΤΑ

Το σπουδαιότερο χρηστικό εργαλείο του Θεάτρου Σκιών αποτελεί η «Σούστα». Το στενόμακρο μεταλλικό αυτό εργαλείο επιτρέπει στον Καραγκιοζοπαίκτη να δίνει κίνηση στη φιγούρα, κάνοντας το άψυχο νευρόσπαστο να δημιουργεί την αίσθηση στους θεατές ότι είναι ζωντανό όν, χάρη στη ταχυδακτυλουργική επιδεξιότητα του Καλλιτέχνη.

Αυτός, σχεδόν αυτόματα με την εκφορά του λόγου και την έκφραση των συναισθημάτων του ρόλου που ενσαρκώνει, μεταδίδει την ζωντάνια στο ενεργούμενο χωρίς απότομες, άχαρες και άγαρμπες κινήσεις, αλλά συσπώντας κατάλληλα τον κορμό όταν γελάει, κλαίει ή τρέμει, λυγίζοντας τη μέση και τα άκρα όταν προσκυνάει, γονατίζει ή στέκεται σε θέση «ημιανάπαυσης», όταν απλώνει το μακρύ του χέρι ο Καραγκιόζης για να χαιρετήσει βγάζοντας το καπέλο του, να βουτήξει το πορτοφόλι απ΄ τη τσέπη του μπροστινού του, να ξύσει την καμπούρα του και, το συνηθέστερο, να καρπαζώσει για πολλοστή φορά τον άμοιρο Χατζηταραμά ή να κινείται διαρκώς εμπρός και πίσω κάνοντας μεταβολή! Βέβαια, στο αντίστοιχο λήμμα των λεξικών «σούστα» αποδίδονται οι σημασίες: ελατήριο ρολογιού, γενικά ελατήριο, δίτροχο κάρο, είδος πόρπης, θηλυκωτήρι, είδος νησιώτικου ελληνικού χορού, ευλυγισία.

Πουθενά όμως δεν συνδέεται η λέξη με τη σημασία του συγκεκριμένου εργαλείου του Θεάτρου Σκιών. Εμείς πιστεύουμε πως η τελευταία σημασία της λέξης, ευλυγισία δικαιολογεί, ίσως, το γιατί οι Καραγκιοζοπαίκτες την επέλεξαν, για να ονομάσουν αυτό το πολύτιμο εργαλείο, που χάρισε μοναδική ευλυγισία στις φιγούρες τους! ΠΟΙΟΣ Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ;

Παγιωμένη στην κοινή ιστορική μνήμη των Καραγκιοζοπαικτών είναι πως εφευρέτης της υπήρξε ο σπουδαιότατος Καραγκιοζοπαίκτης Ελευθέριος Κελαρινόπουλος, γεννημένος περί το 1894-95, που θριάμβευσε στη Λιβαδειά, τη Θήβα, τον Ορχομενό και σ΄ όλα τα χωριά της Βοιωτίας και όχι μόνο! Στην ευρύτερη κοινή γνώμη η πληροφορία αυτή πέρασε μέσω των απομνημονευμάτων του Σωτήρη Σπαθάρη, ο οποίος έγραψε πως: “To 1924 ο Καραγκιοζοπαίκτης της Λιβαδειάς Λευτέρης Κελαρινόπουλος έκανε μία εφεύρεση που ήταν επανάσταση για την τέχνη μας.

Έφτιαξε τις σούστες, δηλαδή τα γυριστάρια που μ’ αυτά μπορεί να κάνει μεταβολή η φιγούρα …..» (σελ. 208). Χωρίς όμως να γνωρίζει, για να παραθέσει, λεπτομέρειες σχετικά με το πώς και κάτω από ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε αυτή η επαναστατική εφεύρεση.

Την ίδια άποψη υποστήριζε και ο Ελευθέριος (Λευτέρης) Σπηλιωτόπουλος, μαθητής του Μανωλόπουλου και συνεργάτης του Κελαρινόπουλου: «..τη σούστα την έβγαλε, κατά τη γνώμη μου ο Λευτέρης Κελαρινόπουλος (που έπαιζα μαζί του) με μια σφαίρα για μεντεσεδάκι την έχω κρατημένη απ΄την πρώτη σούστα!…» ( Ο ΄Ηχος του Καρ, σελ.289).

Ο Δημήτρης βέβαια ο Μόλλας κρατά πιο επιφυλακτική στάση, αναγνωρίζοντας σαφώς στον Κελαρινόπουλο την επινοητική και εκσυγχρονιστική του ροπή: «…Ήτανε πνεύμα εφευρετικό και έμπασε αρκετά τρικ και καινοτομίες στην παράσταση. Φέρεται σαν εφευρέτης της σούστας με την οποία στρέφουν οι φιγούρες…» (Ο Καραγκιόζης μας, σελ.160).

Το ότι ο Δ. Μόλλας δεν είναι κατηγορηματικός οφείλεται στο ότι υπάρχουν αξιόλογες μαρτυρίες δύο παλαιών Καραγκιοζοπαικτών, οι οποίοι με τις γνώσεις και τις πληροφορίες τους εμπλούτισαν το βιβλίο του, του Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και του Σπύρου Κούζαρου. Βάσει τον ισχυρισμό των δύο ανωτέρω Καλλιτεχνών η «εφεύρεση» πρέπει να επετεύχθη στην πενταετία 1923-1928. Μάλιστα δε ο Παπακωνσταντίνου εστιάζει στο έτος 1928. Κέντρο δε των διεργασιών που οδήγησαν σε αυτή είναι το υπόγειο του Γαλιλέα ή Γαληνέα στην οδό Αθηνάς, όπου δίνονταν παραστάσεις κατά την χειμερινή περίοδο.

Κύριοι κάτοχοι του υπογείου ήσαν εναλλάξ οι κορυφαίοι Αντώνης Μόλλας και Δημήτρης Μανωλόπουλος. Εκείνο το διάστημα εκεί είχε στήσει τη σκηνή του ο Μανωλόπουλος. Ο Κούζαρος στα αυτοβιογραφικά του σημειώματα αναφέρει: «…Το δε Θέατρον του κυρίου Γαληνέα ευρισκόμενον εις το Μεταξουργείον και επί της οδού Καρόλου με την επωνυμίαν «Απόλλων» ήτοι το σημερινόν Περοκέ, εξακολουθούσε να παίζει παντομίμα έως το 1922, οπόταν και μετετράπει εις Θέατρον τότε δραματικού
θιάσου με θιασάρχη τον Ιωάννη Δρόσου…. Όπου εκράτησε μόνο έν έτος (1923).

Κατόπιν, και με την είσοδον της χειμερινής περιόδου (1923-1924) επήλθε διαφωνία Γαληνέα και Μόλλα και ήρχισαν ζυμώσεις μεταξύ Γαληνέα και Μανωλοπούλου όπου και κατόπιν συμφωνίας ήρχισαν να εργάζονται και τον χειμώνα εις την οδό Αθηνάς και το καλοκαίρι εις την οδό Καρόλου επί μίαν πενταετίαν (1923-1928…).».

Αφού λοιπόν τοποθετηθήκαμε στο χώρο και στο χρόνο, ας προσεγγίσουμε και τους πρωταγωνιστές. Εκείνο τον καιρό βασικοί βοηθοί του Μανωλόπουλου ήσαν, εκτός των άλλων και όχι τυχαία, ο Ιωάννης Παπακωνσταντίνου, ο μόνος που μαζί με τον Ανδρέα Νικητόπουλο ήξερε την ηλεκτρολογία του Καραγκιόζη και ήταν φίλος και έμπιστός του και ο Σπύρος Κούζαρος για τις ικανότητές του επί σκηνής και φυσικά το ζωγραφικό ταλέντο του.

Ο Παπακωνσταντίνου ανέφερε σε συνέντευξη καταγεγραμμένη στον Ήχο του Καραγκιόζη, και μάλιστα ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τον Λευτέρη Σπηλιωτόπουλο στο σπίτι του οποίου στη Χαλκίδα έγινε η συζήτηση, ότι στο υπόγειο του Γαλιλέα στην Αθήνα το 1928, προφανώς το Χειμώνα, του ήρθε η έμπνευση της κατασκευής της σούστας από ένα «καινούργιο πακέτο του Κουτρουμάνου με 22 τσιγάρα» 1 , που είδε ξαφνικά μπροστά του καθώς τέλειωνε το τραγούδι του Χατζαηβάτη στη διάρκεια της παράστασης: «…Μου ήρθε η ιδέα και λέω στο Μανωλόπουλο, ¨κυρ-Μήτσο, να κάνουμε τις φιγούρες να γυρίζουνε; ¨Μου λέει ¨Αϊ στο διάολο και κάνε τη δουλειά σου¨.

Ιωάννης Παπακωσταντίνου

Την άλλη μέρα όμως εγώ έκανα την πρώτη σούστα από ντενεκέ μιμούμενος το πακέτο τσιγάρων». Στο σημείο αυτό της αφηγήσεως του Παπακωνσταντίνου την επομένη ημέρα εμφανίζονται άλλοι δύο πρωταγωνιστές: «…Έρχεται ο Κελαρινόπουλος … μαζί με τον Καρεκλά στο πάλκο, γιατί είχαν φύγει μαζί απ’ το στρατό με το Μήτσο το Μανωλόπουλο 2 . ¨Ρε, συ, τι φτιάχνεις; ¨μου λένε. Εγώ μέσα στο μπερντέ κοιμόμουν, μέσα έτρωγα κι εκείνη τη νύχτα την πέρασα κολλώντας τη σούστα από ντενεκέ σε ένα Χατζηαβάτη.

Δεν την κόλλησα στον Καραγκιόζη, γιατί ήταν πιο δύσκολο, γιατί είχε δύο χέρια! Την άλλη μέρα παρήγγειλα χωνάκια στον Φαραντζή από σφαίρες Μάαλερ 3 , τα έδεσα με συρματάκια στα ξύλα και να που ο Καραγκιόζης δεν ξαναβγήκε με τον κώλο!…». Για εκείνη τη δημιουργική περίοδο της πενταετίας 1923-28 με επίκεντρο το Θέατρο του Μανωλόπουλου στην οδό Αθηνάς τον χειμώνα και την οδό Καρόλου το καλοκαίρι ο Κούζαρος γύρω στα 55 με 60 χρόνια αργότερα θυμόταν: «….Εις αυτό το διάστημα απέδωσα μεγαλυτέραν διάθεσιν εις τα παντός είδους απαραίτητα εργαλεία καθώς και την πρώτην σούστα, όπου και εκατασκεύασα με λευκοσίδηρον (ντενεκέ), κατόπιν συνεννοήσεως μετά του Ιωάννου Βυζανιάρη, υπαλλήλου τότε εις την Εταιρεία Αεριόφωτος».

Σφαίρες Μάλινχερ

Ο Ιωάννης Βυζανιάρης ή Διπλάρης υπήρξε άριστος ζωγράφος φιγουρών του Θεάτρου Σκιών, καλοπληρωμένος από τον γαλαντώμο Μανωλόπουλο και εκ των βασικών του τεχνικών συνεργατών. Γι΄αυτόν ο Σπαθάρης υποστηρίζει ότι ήτο υδραυλικός το επάγγελμα, ότι υπήρξε τακτικός θεατής του Μίμαρου κατά την πρώτη εμφάνισή του στην Αθήνα το 1899 και θεωρεί ότι με τη βοήθεια αυτού του δαιμονίου σχεδιαστού, οι μαθητές του Μίμαρου έδειξαν την τέχνη του δασκάλου τους σ΄όλη την Ελλάδα.

Δεν είναι μόνο ο Βυζανιάρης που επενέβη στο σχεδιασμό της σούστας, καθώς ο Κούζαρος επισημαίνει τη συμμετοχή και συμβολή του Κωνσταντίνου Καρεκλά, με το δικό του πάντα τρόπο διατύπωσης «… είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω πως εις την απόφασιν της κατασκευής της σούστας εμεσολαβησε η ένδειξης του Κωνσταντίνου Δαμαδάκη (Καρεκλά), ο οποίος επαρουσιάσθη εις τον Μανωλόπουλο κομίζων ένα σχέδιον παρεμφερές και εντελώς διαφορετικόν από τις έκτοτε κατασκευασθείσης σούστας, πλήν όμως δεν σταματά την μεγάλην αξίαν της υποδείξεώς του να κατασκευασθεί αύτη.

Κωσταντίνος Δαμαδάκης

Μία δε εκ των πρωτοπόρων αυτών κρατώ ως κειμήλιον…» (Ο Ήχος του Καρ. Σελ.278). Τα συμπεράσματα στα οποία οδηγούμαστε απ΄όσα εκτέθηκαν είναι, κατά τη γνώμη μας τα εξής: Το χειμώνα του 1928 στο υπόγειο του Γαληνέα στην οδό Αθηνάς όπου έχει στηθεί το Θέατρο του Μανωλόπουλου, ένα πραγματικό εργοστάσιο της τέχνης του Καραγκιόζη, ο νεαρός βοηθός και ηλεκτρολόγος Ιωάννης Παπακωνσταντίνου έχει την έμπνευση από το ανοιγόκλειμα ενός κουτιού από τσιγάρα να φτιάξει το πρώτο δείγμα σούστας που επιτρέπει στη φιγούρα να γυρίζει.

Το ίδιο βράδυ θέτει σε εφαρμογή το σχέδιό του κολλώντας τη σούστα από ντενεκέ στη ράχη του Χατζηαβάτη. Την επομένη επισκέπτονται το πάλκο του Μανωλόπουλου οι Κελαρινόπουλος και Καρεκλάς και βλέπουν τον Παπακωνσταντίνου να δοκιμάζει την κατασκευή του, ενώ έχει ήδη παραγγείλει στο Φαραντζή χωνάκια από σφαίρες Μάαλερ.

Η επιτυχία του οδηγεί τον απορριπτικό αρχικά Μανωλόπουλο να διατάξει την κατασκευή με λευκοσίδηρο από τον Κούζαρο μετά από συνεννόηση με τον έμπειρο σε τεχνικές εργασίες Ιωάννη Βυζανιάρη Εδώ ακριβώς στο χρονικό διάστημα μεταξύ του πρώτου επιτυχημένου δείγματος του Παπακωνσταντίνου και της απόφασης κατασκευής της σούστας από λευκοσίδηρο, εμεσολάβησε η παρουσίαση στο Μανωλόπουλο ενός εντελώς διαφορετικού σχεδίου από τον Κωνσταντίνο Δαμαδάκη, που είδε τον Παπακωνσταντίνου να κατασκευάζει το πρώτο μοντέλο. Το σχέδιο το δικό του ίσως εκπονήθηκε από κοινού με τον Κελαρινόπουλο και στηριζόταν σε μια σφαίρα για μεντεσεδάκι σαν κι αυτή που κράτησε ενθύμιο ο Λευτέρης ο Σπηλιωτόπουλος.

Βέβαια την τεχνική της τελειοποίηση, αλλά και τη μαζική της παραγωγή, για να καλυφθούν οι ανάγκες του Θεάτρου του Μανωλόπουλου, κατά την μαρτυρία πάντα του Παπακωνσταντίνου, ανέλαβε…. ο Χρήστος ο Φλώρος, σιδηρουργός στο Μεταξουργείο, που την έκανε και πιο ευκίνητη… Έτσι λοιπόν κατά τα τέλη της δεκαετίας του΄20 εξοπλίτηκε ο Καραγκιόζης μας με τη σούστα, με τη βοήθεια της οποίας αναδεικνύεται το βασικότερο ταλέντο του Καραγκιοζοπαίκτη μετά τη Μίμηση, την Κίνηση!

Η διαπίστωση μέσα απ΄ τη μελέτη των σωζόμενων ότι η εφεύρεση αυτή δεν είναι αποκλειστικό έργο ενός και μόνο πεφωτισμένου, αλλά μιας ομάδας δημιουργικών ανθρώπων, είναι άκρως ενθαρρυντική, καθώς επιβεβαιώνει ότι ο Πολιτισμός είναι αποτέλεσμα του κοινού μόχθου, κόπου και προσπάθειας. Ας παραδειγματισθούμε απ’ αυτό.

Διευκρινιστικά Σχόλια

1. «….καινούριο πακέτο του Κουτρουνάνου με 22 τσιγάρα…»: Πρόκειται για μία από τις 164 μικρές σιγαρροποιητικές μονάδες που λειτούργησαν στη χώρα τη δεκαετία του 1930. ( Λόης Λαμπρινίδης) Η μάρκα των χειροποίητων έπαιρνε το όνομα του καπνοπωλείου που τα έφτιαχνε. Από το 1926 καταργήθηκε το «χειροποίητον σιγαρρέτον» και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του. Από τότε λειτούργησαν 331 «Καπνοβιοτεχνίες» στη δεκαετία του 1930. Φαίνεται πως η κασσετίνα του Κουτρουμάνου, που
δεν εντοπίσαμε κάποια διαφήμισή της, ήταν μεταλλική, δίνοντας την ιδέα στον Παπακωνσταντίνου για το γύρισμα της Σούστας.

2. « …Έρχεται ο Κελαρινόπουλος….μαζί με τον Καρεκλά….,γιατί είχαν φύγει μαζί απ’ το στρατό με τον Μήτσο τον Μανωλόπουλο…»: Αναφορικά με την ηλικιακή σχέση των τριών ανδρών ο μεν Κελαρινόπουλος μάλλον γεννήθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παρασκευά Νιάχα, που τον φιλοξενούσε την δεκαετία του 1950 στον Ορχομενό της Βοιωτίας, περί το 1894|1895. Εκείνη τη χρονιά γνωρίζουμε ότι ξεκίνησε να παίζει ο Μήτσος ο Μανωλόπουλος, που πρέπει να ήταν μεγαλύτερός του γύρω στα 15 χρόνια. Όσο για τον Κώστα Καρεκλά γεννήθηκε το 1904 και ήταν δέκα με ένδεκα χρόνια νεότερος του Κελαρινόπουλου. Το 1928 πρέπει να απολύθηκε από το Στρατό, ίσως τη 10η Φεβρουαρίου ως έφεδρος της 1926 β. Πάντως το καλοκαίρι του ΄28 ξεκινάει την καλλιτεχνική του πορεία στο Λουτράκι.

3. «….παρήγγειλα χωνάκια στον Φαραντζή, από σφαίρες Μάαλερ….»: Ο Φαραντζής, και με αναγραμματισμό Φαναρτζής, δεν είναι άλλος από τον Φανοποιό, αυτόν που κατασκευάζει φανάρια. Δηλαδή ο λευκοσιδηρουργός, ο τενεκετζής. Τα χωνάκια είναι οι κάλυκες με μήκος 53,85mm από τις σφαίρες Mannlicher-Shοnauer ( 6,5×54 mm). Ήσαν τα φυσίγγια του τυφεκίου του Ελληνικού Στρατού Μάνλιχερ-Σενάουερ Μ 1903. Το όπλο αυτό μετά την Μικρασιατική καταστροφή έφθανε τον αριθμό των 96.000, απ’ τα οποία πολλά ήσαν φθαρμένα, και δεν υπήρχαν ανταλλακτικά επισκευής τους . Άρα, τα φυσίγγια πλεόναζαν και χρησιμοποιούνταν για άλλες χρήσεις από τους μεταλλουργούς. Από το 1927 άρχισε να παραλαμβάνεται από τον Ελληνικό στρατό το υπόδειγμα Μ 1903|4|27 από την Ιταλική βιομηχανία Societa industria Ernesto Breda.

Αναστάσιος Κούζης Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών – Φιλόλογος

 

Διαβάστε ακόμα: Το θέατρο σκιών ως άριστο μέσο γλωσσικής καλλιέργειας

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *