Εκπαίδευση με τον Καραγκιόζη

Το θέατρο σκιών ως άριστο μέσο γλωσσικής καλλιέργειας

Θα φανεί, ίσως, παράταιρο, ενώ βρισκόμαστε στο επίκεντρο της ψηφιακής εποχής και ήδη η εξ αποστάσεως διδασκαλία σε ψηφιακές τάξεις αποτελεί σχολική καθημερινότητα, εμείς να υποστηρίζουμε πως ο πάλαι ποτέ ανυπόφορος βωμολόχος και αισχρολόγος Καραγκιόζης μπορεί να αποτελέσει μέσο, άκουσον-άκουσον, γλωσσικής καλλιέργειας των μαθητών και όχι μόνον!

Ήδη, όμως,  απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα είχε γίνει σαφές στους πνευματικούς ανθρώπους της χώρας, που εναγώνια αναζητούσαν τρόπους δημιουργίας λαϊκού θεάτρου ως μέσου ηθικοπνευματικής ανύψωσης  του λαού, πως, αν οι φιλόλογοι της εποχής, όπως έδειχναν αντίστοιχα παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών, έγραφαν έργα κατάλληλα προσαρμοσμένα για τα θεατρίδια, τότε αυτά θα πετύχαιναν ό,τι δεν επέτυχαν με τις διδασκαλίες τους οι ιερείς και οι διδάσκαλοι.

Αν αναρωτηθούμε το «πώς επιτυγχάνεται αυτό», η απάντηση μας έρχεται από την αρχαιότητα, καθώς από τότε συνειδητοποιήθηκε βαθειά πως δεν διδάσκει τον άνθρωπο μόνο η Επιστήμη, αλλά και η Τέχνη, έστω κι αν αυτή υπηρετείται «μετ’ ευτελείας», όπως λέγει και ο Θουκυδίδης.

΄Ετσι, η πιο ευτελής  από κάθε άποψη Τέχνη που ανέδειξαν οι αιώνες, το Θέατρο Σκιών, κληρονομημένη από μακραίωνα παράδοση, έχει τη δύναμη με τα ταπεινά της εργαλεία, στη σημερινή τεχνολογικά καλπάζουσα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας, να συμβάλλει αποφασιστικά στη διαιώνιση ακουσμάτων τοπικών διαλέκτων και κοινωνικών κωδίκων, στον εμπλουτισμό του ατομικού γλωσσικού κώδικα, δηλαδή της ιδιόγλωσσας, στην εκφραστική ποικιλότητα, στην εμπέδωση της συνείδησης της αξίας του διαλόγου ως μέσου αλληλοκατανόησης και συνδιαλλαγής, στο σεβασμό  του δικαιώματος του συνομιλητή να διατυπώνει ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα τις απόψεις του, διασώζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας ταυτότητας.

Γιατί τα κατορθώνει όλα τα ανωτέρω  το Θέατρο Σκιών; Τα κατορθώνει, επειδή καλωσορίζει  τον μαθητή-θεατή εμπρός απ’ την πλουμιστή του σκηνή, ένα μικρό θεατράκι που μοιάζει με παιχνίδι, ανάλογο με τις παιδικές του διαστάσεις, η θέα του οποίου προκαλεί τουλάχιστον χαμόγελα σ’ όποιον την αντικρίζει.

Η ολόφωτη οθόνη του με τα πολύχρωμα σκηνικά και τις πολυποίκιλες φιγούρες του διεγείρουν αμέσως τις αισθήσεις του, κυρίως την όραση και την ακοή. Τον χαλαρώνουν συναισθηματικά, τον ηρεμούν και τον αφήνουν ελεύθερο να παρακολουθήσει τα δρώμενα σε φυσιολογικούς ρυθμούς, σ’ ένα απόλυτα ελεγχόμενο απ’ τον ίδιο οπτικό πεδίο.

Κάθε φιγούρα κι ένας διαφορετικός κοινωνικός ή ιστορικός ρόλος, κάθε ρόλος ανδρικός ή γυναικείος και μια λαλιά που μοιάζει με τη δικιά του. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της Τέχνης μας! Ο «πολύγλωσσος» Καραγκιοζοπαίκτης με τη μιμητική του ικανότητα, την καθαρότητα στην άρθρωση, την ευγλωττία και ευφράδεια, το γλωσσικό του πλούτο και το αφηγηματικό του ταλέντο να κατορθώσει να μαγνητίσει τον μαθητή-θεατή, να τον γοητεύσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε «να γουρλώνει τα μάτια και να τεντώνει τ’αυτιά του», να μη χάσει ούτε λέξη απ’ τα λόγια της παράστασης.

«Μιμήσει ποιούμεθα τας μαθήσεις», έχει διαπιστώσει ο Αριστοτέλης. Είναι φυσικό επόμενο, αφού ισχύει αυτή η αρχή της μάθησης, ο θαυμασμός που θα προκληθεί στον μαθητή-θεατή προς τον καλλιτέχνη και το γλωσσικό πρότυπο που του προσφέρει να τον ωθήσει αβίαστα προς τη μίμηση, όχι μόνο των φωνών που άκουσε, αλλά και στην έκφραση του περιεχομένου των λέξεων που ενετύπωσε, τόσο του γνωστικού, όσο και του βιωματικού.

Είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα παλαιότερα χρόνια οι θεατές, άνθρωποι του μόχθου, αλλά και του πνεύματος, εργατικοί, λόγιοι και καλλιτέχνες, μετά το πέρας των παραστάσεων των μεγάλων αειμνήστων Καραγκιοζοπαικτών, επαναλάμβαναν ολόκληρα αποσπάσματα των διαλόγων του έργου που παρακολούθησαν και τα διατηρούσαν στη μνήμη τους σ’ όλη τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδος, μπολιάζοντας ευχάριστα μ’ αυτά τον καθημερινό τους λόγο, έως ότου μισοβδόμαδα ή το Σαββατοκύριακο αναβαπτίζονταν στους «Καραγκιοζείους διαλόγους»; Η ποιότητα τους κυμαινόταν απ’ τα αγοραία πιπεράτα ευτράπελα ως τον ποιητικό λόγο του Σπυρίδωνος Περεσιάδου, του Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, του Δημητρίου Κορομηλά, του Δημητρίου Κόκκου ή του Λέοντος Μελά!

Βέβαια, το Θέατρο Σκιών έχει τη μοναδικότητα να προσελκύει άμεσα τους μαθητές, ώστε να μεταβληθούν από θεατές, δέκτες δηλαδή, σε πρωταγωνιστές, δηλαδή πομπούς. Τους καλεί να σηκωθούν απ’ θέση τους και να μπουν πίσω απ’ τον μπερντέ να δουν, να μάθουν και να μιμηθούν την τέχνη του Μάστορα. Να πιάσουν τις φιγούρες, ο καθένας από μια, όποια του αρέσει – γιατί «δόξα τω Θεώ» έχει ο Καραγκιόζης μας τόσες πολλές! – να τη βάλει πάνω στο πανί, να της εμφυσήσει τη δική του «πνοή ζωής», να την εμψυχώσει δίδοντάς της τη φωνή του, να πλάσει τη δική του ιστορία, να επινοήσει τους δικούς του διαλόγους και μέσα απ’ αυτούς να ξεδιπλώσει τη βεντάλια των συναισθημάτων του.

Και μετά να πιάσει κι άλλη φιγούρα, κι άλλη ….., κι άλλη… , ενσαρκώνοντας ποικίλους ρόλους! Μ’ αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσει την ικανότητα εύκολα να εξέρχεται απ’ το «Εγώ» του και να μπαίνει στη θέση των άλλων, να μιλάει με τη δικιά τους γλώσσα, να βιώνει τα δικά τους συναισθήματα, να αγωνιά με τις δικές τους έγνοιες, περνώντας απ’ το Εγώ στο Εμείς!

«Ο Κόσμος μου είναι η Γλώσσα μου»! Κι εμείς, γονείς, εκπαιδευτικοί και καλλιτέχνες, υπακούοντας στη σοφή αυτή ρήση του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, έχουμε χρέος, εάν θέλουμε άμεσα και αποτελεσματικά να επιτύχουμε τη γλωσσική καλλιέργεια των παιδιών μας, να τους προσφέρουμε έναν κόσμο στα μέτρα τους, σαν το θεατρίδιο του Καραγκιόζη, όπου βασιλεύει ο ζωντανός Προφορικός Λόγος, που ξυπνάει τη Μνήμη και συνεγείρει τον Αυθορμητισμό.

Έναν κόσμο που μπορούν να τον εξερευνήσουν, να τον ελέγξουν και να τον χειριστούν. Μέσα σ’ αυτόν τον πολύχρωμο – πολύβουο μικρόκοσμο από άφωνοι θεατές θα αναδειχθούν σε «πολύγλωσσους» πρωταγωνιστές, και την ώρα που θα παίζουν ανέμελα, παράλληλα και ανεπαίσθητα θα λειτουργεί η εκμάθηση κοινωνικών ρόλων και ο εμπλουτισμός της γλώσσας τους, ενώ ταυτόχρονα θα σφυρηλατείται η κοινωνικότητα και ο σεβασμός στον διπλανό και συνεργάτη τους.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουμε την πεποίθηση πως αποκτά η λειτουργία αυτή του Θεάτρου Σκιών για τους Ελληνόπαιδες της Ομογένειας όπου Γης, αφού και στο περιβάλλον της κάθε νέας πατρίδας τους τους προσφέρεται μια όμορφη και δημιουργική ευκαιρία, μέσω αυτού του παραδοσιακού θεάματος, να έρθουν σε επαφή με τη μητρική τους γλώσσα, να την αφουγκραστούν στις ποικιλίες της και να την κατακτήσουν στην ολότητα της. Αρκεί να κληθούν στα σχολεία τους οι κατάλληλοι καλλιτέχνες ή οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί να τολμήσουν να….παίξουν και να…. χαρούν τον συμπαθέστατο Καραγκιόζη μαζί με τους μαθητές τους!

Να, λοιπόν, πώς ένα τόσο «παλιό εργαλείο» σαν το Θέατρο Σκιών, μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο μέσο που, αν το εκμεταλλευτούμε σωστά, θα συμβάλλει αποφασιστικά στη γλωσσική καλλιέργεια της Ελληνικής Νεότητας.

Αναστάσιος Κούζης-Κούζαρος

Φιλόλογος, Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών

Διαβάστε ακόμη: Ο Καραγκιόζης και το ξύπνημα της ομιλίας

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *