Η ιστορία του Καραγκιόζη

Όσο ειν’ ο Διάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει!

Δύο αιώνες ελευθέρου πολιτικού βίου συπληρώνονται εφέτος την 25η Μαρτίου 2021, τη συμβατική ημερομηνία την οποία καθιέρωσε το Κράτος μας από την 25η Μαρτίου 1838 (Β.Δ 980/15/3/1838) για τον ετήσιο εορτασμό της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Η ημερομηνία αυτή απετέλεσε την κοινή συνισταμένη όλων των χρονικών οροσήμων του Ξεσηκωμού απ’ τη Μολδοβλαχία ως τη Σάμο, Ρόδο, Κύπρο, Κρήτη των ραγιάδων, αρχής γενομένης από τη διάβαση του Προύθου απ’ τον Πρίγκηπα Αλέξανδρο Υψηλάντη στις 22 φεβρουαρίου 1821 και την Επαναστατική του Προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» ως την Επανάσταση της Δυτικής Μακεδονίας κατά το δεύτερο έτος του αγώνα και την καταστροφή της Νάουσας, τον Απρίλη του 1822.

Ο ίδιος, μάλιστα, ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας είχε ορίσει κατά τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη ήδη από της ενάρξεως του Αγώνος την 25η Μαρτίου «ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του έθνους».

Η επιλογή, λοιπόν, αυτής της ημερομηνίας συμπυκνώνει το διττό χαρακτήρα του εορτασμού, τον εθνικό αλλά και θρησκευτικό, γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε πως οι προπάτορές μας ξεσηκώθηκαν «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Το επίσημο κείμενο που υπέγραψε ο Βασιλεύς Όθων τονίζει, «Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του Υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Μια τέτοια λαμπρή ημέρα ανάμεσα στους Πανέλληνες δικαιωματικά διπλά πανηγυρίζει και με υπερηφάνεια παρουσιάζει τους «Τίτλους Τιμής του» το Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Με τον όρο «Τίτλοι Τιμής» μη φανταστείτε, φίλοι και φίλες, παράσημα και περγαμηνές, ευφήμους μνείας και επαίνους της Πολιτείας ή άλλων πολιτιστικών ή πνευματικών οργανισμών ημεδαπών κι αλλοδαπών, που απενεμήθησαν στο ταπεινό μας θεατρίδιο. Αλλά την Αγάπη και την Εκτίμηση του Λαού μας, ανδρών και γυναικών, γερόντων και παιδιών που κατά εκατοντάδες και χιλιάδες προσήρχοντο στις πόλεις και τα χωριά της Επικράτειας, μα και στις παροικίες μας, να παρακολουθήσουν ευλαβικά, σαν σε μυσταγωγία την αναβίωση επί τριήμερον τον ηρωικών δραμάτων στο φωτισμένο από λυχνάρια, σπαρματσέτα, ασετυλίνη ή και ηλεκτρικό Καραγκιόζ μπερντέ! Ποιος ,άραγε, γνωρίζει από ποιες μυστηριακές δυνάμεις κινούμενη η Πολιτιστική εξέλιξη ώθησε τα πράγματα έτσι, ώστε ο κατά πολλούς -εσφαλμένα πιστεύοντας- Τούρκικος Καραγκιόζης να καταστεί ο πιστότερος θεματοφύλακας της ιεράς παραδόσεως της Επαναστάσεως του 1821, αλλά και όλων των επαναστατικών αγώνων του Έθνους μας που προηγήθησαν ή και ακολούθησαν αυτής;

Γνώμη μας είναι πως αυτό οφείλεται, αφ’ ενός, στον αμυντικό μηχανισμό της συλλογικής ιστορικής μας συνείδησης απ’ την οποία ξεπήγασε η αγωνιώδης απαίτηση του λυτρωμένου εκείνου μέρους του Λαού μας να μην ξεχάσει σε χρόνια δίσεκτα τα βάσανα, τους αγώνες και τις θυσίες των δικών του παιδιών, των Ηρώων του με τις οποίες «πληρώθηκαν τα λύτρα» για Ελευθερία και Αξιοπρέπεια!

Αφ’ ετέρου, στο ότι οι απλοϊκοί λαϊκοί καλλιτέχνες την αφουγκράστηκαν και μάλιστα ενωρίτατα, αφού το Εθνικό Όραμα δεν είχε ολοκληρωθεί, η Ξενοκρατία είχε αντικαταστήσει την Τουρκοκρατία και οι εθνικές ταπεινώσεις διαδέχονταν για δεκαετίες η μια την άλλη, καθώς τη χώρα κυβερνούσαν ανάξιες ηγεσίες. Έτσι, οι Καραγκιοζοπαίκτες, για να μη λησμονηθούν τα απαράμιλλα κατορθώματα ενός Τιτάνιου Αγώνα, βάλθηκαν να ανακαλέσουν στον πάνω κόσμο τις Σκιές των Αγωνιστών, να αναβιώσουν τη ζωή και τη δράση τους με κορύφωση τα σπουδαιότερα πολεμικά τους κατορθώματα και το μαρτυρικό πολλές φορές, υπέρ Ελευθερίας, θάνατό τους, προς εμψύχωση του λαού και παραδειγματισμό των ηγεσιών του.

Τη «μαγιά» τους την πρόσφεραν τόσο η Προφορική Παράδοση, όσο και το Δημοτικό Τραγούδι. Ας μην ξεχνάμε πως πολλοί καλλίφωνοι Καραγκιοζοπαίκτες ήσαν και άριστοι ερμηνευτές των Δημοτικών μας Τραγουδιών- τα οποία εκάλυπταν μεγάλο μέρος των πρώτων εκείνων Ηρωϊκών παραστάσεων- με πρώτους και καλύτερους τους Μίμαρο, Ιωάννη Ρούλια, Παναγιώτη Γερμήνα ή Γριμήνα, Ανδρέα Θεοδωρέλλο και τόσους άλλους!  Στο εικαστικό πεδίο συστηματικά εμπλούτισαν ταλαντούχοι καλλιτέχνες το Θ.Σ ζωγραφίζοντας και σκαλίζοντας τις Άγιες μορφές των ανδρών και των γυναικών που αντιπάλευσαν την τυραννική βία στα πεδία των μαχών και της καθημερινής ζωής των υποδούλων. Ευρηματικά σκηνικά αναπαράστησαν τους χώρους των αγώνων και των μαρτυρίων.

Εντυπωσιακές ρεκλάμες απεικόνισαν συγκλονιστικές στιγμές των Ηρώων, από το μαρτύριο του Κατσαντώνη και τον πνιγμό στη λίμνη των Ιωαννίνων της Κυρά Φροσύνης, ως τον απαγχονισμό του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ και τη σούβλιση του Αθανασίου Διάκου κι απ’ το Χάνι της Γραβιάς και την καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια ως την ανατίναξη της Τουρκικής Ναυαρχίδας απ’ τον Κανάρη και τον ηρωϊκό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη.

Δεν χόρταιναν τα παιδικά μάτια να τις κοιτούν κι οι περαστικοί να κοντοστέκονται και να τις θαυμάζουν. Κι όλοι το βράδυ γέμιζαν τα θέατρα, δηλαδή τα καφενεία, τις ταβέρνες ακόμη και…. τα μπακάλικα, της κάθε πόλης ή χωριού, καθώς οι θαμώνες-θεατές απ’ την προηγουμένη το’χαν ξεκαθαρίσει στον Καραγκιοζοπαίκτη, αν έπαιζε ,παραδείγματος χάριν, στη Χασιά: «Αύριο βράδυ θα μας παίξεις Καπετάν Μελέτη Βασιλείου τον ήρωα της Χασιάς».

Κι αν πάλι έπαιζε στην πλατεία του Αγίου Βλασίου, οι Μενιδιάτες πήγαιναν να δουν και να ξαναδούν το δικό τους προεπαναστατικό ήρωα του 1770, τον Καπετάν Μητρομάρα.  Μα, κι ο κόσμος της Πρωτευούσης και των μεγαλουπόλεων, όχι μόνο αποζητούσε τις ηρωϊκές παραστάσεις, αλλά και επέβαλε, άκουσον-άκουσον, την επιθυμία του σε Καραγκιοζοπαίκτες σαν τον αείμνηστο Δημήτριο Μανωλόπουλο «Να μην τσακίσει στην αποψινή παράσταση τα κόκκαλα του Κατσαντώνη, γιατί πλάνταζαν στο κλάμα οι σύζυγοι και τα παιδιά τους κι οι ίδιοι έκαναν μέρες για να συνέλθουν».

Γι’ αυτό κι ο Μανωλόπουλος δε δίσταζε, για να τους ευχαριστήσει, να διαστρεβλώνει που και που την Ιστορία και όχι μόνο να μην οδηγεί στο μαρτύριο τον Κατσαντώνη, αλλά να ξεπαστρεύει πριν την ώρα του τον Αλή Πασά και τη συμμορία του, μέσα σε πανζουρλισμό απ’ τις εκρήξεις των πυροτεχνημάτων, των χειροκροτημάτων και των επευφημιών των ενθουσιασμένων θεατών.

Κι αν βρισκόταν ανάμεσα στους θεατές κανένας αψύς άντρακλας που τον φώναζαν Αντώνη, τότε «ουαί και αλλοίμονον», ορμούσε την κρίσιμη στιγμή στη σκηνή του Αντώνη Μόλλα κι έσκιζε το πανί, για να σώσει τον συνονόματό του χαρτονένιο Ήρωα απ’ τα Βασανιστήρια!!!

Έτσι, χρόνο με το χρόνο ζυμώθηκε η ανάγκη του κόσμου για ψυχική ανάταση και αναζωογόνηση του εθνικού συναισθήματος με την συνειδητοποίηση από τη λαϊκή καλλιτεχνική ψυχή των Καραγκιοζοπαικτών, πως όχι μόνο δεν έπρεπε να επιτρέψει να λησμονηθεί το πνεύμα, το ήθος και το όραμα του 1821 και όλων συλλήδην των εθνικών αγώνων -καθώς κάλπαζε η ακαταμάχητη τεχνολογική εξέλιξη στο χώρο των θεαμάτων, από κοινού με την αστικοποίηση των κατοίκων της υπαίθρου και την επιβολή του Δυτικόστροφου κοσμοπολιτισμού- αλλά ότι πάση θυσία έπρεπε να το διαφυλάξει ως ιερή παρακαταθήκη και να το μεταλαμπαδεύσει γνήσιο κι αψεγάδιαστο στις επόμενες γενεές εμβαπτίζοντάς τες στην υπέρτατη αρχή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

-Η απειλητική απαίτηση του Χριστιανομάχου προς τον ποδοπατημένο Καραγκιόζη, για ν’ απαρνηθεί το Χριστιανικό του όνομα, «αλλάζεις την πίστη σου Γκιαούρη;» υπενθύμιζε την αξία της ομολογίας της Πίστεως.

-Η στεντόρια φωνή του Γέρου του Μοριά που όρκιζε τους μαχητές πριν τους άθλους των Δερβενακίων: «… Μηδέποτε εσκέφθημεν πως ειν’ θνητό το σώμα και να το ρίψη πέπρωται ο πόλεμος εις το χώμα. Τώρα διά της Πατρίδος μας την ανεξαρτησία να φοβηθώμεν τον εχθρό είναι αισχρά δειλία….», υπενθύμιζε την αξία της αυταπάρνησεως «υπέρ Πατρίδος».

-Η αποστομωτική απάντηση του Αθανασίου Διάκου προς τον Ομέρ Βρυώνη λίγο πριν ανασκολοπηθεί πάνω στην πυρά:

«…Πολλάκις το εφώναξα και πάλι το φωνάζω,

θάνατον θέλω Χριστιανού και Τούρκος δε θα γίνω,

και τον Χριστόν αν αρνηθώ, η γη ας με ροφήση!

Η γλώσσα μου ας ξηρανθή, ας μη προφέρει λέξιν,

ουδέ Πατρίδα και Θεόν, ουδέ Ελευθερίαν!

Κατά τυράννων πόλεμον ορκίσθη ολοψύχως,

και με το μαύρον αίμα μου τον όρκον θα σφραγίσω.

Εις την Πατρίδα ανωφελής δεν θέλω την ζωήν μου.

Θανάτωσέ με τύραννε, πλήν Τούρκον δεν με κάμνεις»,

υπενθύμιζε και θα υπενθυμίζει πάντα πως μόνο η Ελεύθερη ζωή αξίζει, για να τη ζει ο Άνθρωπος!

Μακάρι  να αξιωνόμαστε να συνεχίζουμε την παράδοση του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών, μεταλαμπαδεύοντας το πνεύμα, το ήθος και το όραμα του 1821 στις επερχόμενες γενεές, ώστε να μη ζούμε ανωφελείς για την Πατρίδα μας, αλλά να εργαζόμαστε για την προκοπή και την ευημερία της επ’ αγαθώ της Παγκόσμιας Κοινότητας των ελευθέρων ανθρώπων.

Αναστάσιος Κούζης, Φιλόλογος – Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *