Η ιστορία του Καραγκιόζη

27η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 19….! ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ

Εδώ και ώρα πολύ περπατούσε στον ανηφορικό χωματόδρομο, ο ήλιος έκαιγε ανυπόφορα καθώς πλησίαζε το μεσημέρι και το μαντήλι, που ‘χε δεμένο στο κεφάλι του, ήταν μουσκεμένο απ΄ τον ιδρώτα. Βλέπεις καπέλο ποτέ δεν φορούσε! Ήταν «ασκεπής», σαν τον Πρωταγωνιστή της Τέχνης του, Μποέμ κι είχε πάντα καλοχτενισμένα όμορφα μαλλιά, χωρίστρα με μπριγιαντίνη και κολώνια λεβάντα! Τα φθαρμένα παπούτσια του σε κάθε του βήμα ολοένα τον κτυπούσαν βασανιστικά στους κάλους κι η βαλίτσα με τα λιγοστά εργαλεία και υπάρχοντα όλο και βάραινε. Όσο για τα ξύλα της σκηνής τού έτρωγαν τον ώμο.

«Μάλλον χάθηκα», σιγομουρμούρισε κι ένιωσε τη γλώσσα του ξεραμένη από τη δίψα.

Η φετινή Αυγουστιάτικη περιοδεία στα γύρω χωριά υπήρξε σκέτη αποτυχία. Οι κακοκαιρίες των προηγούμενων μηνών κατέστρεψαν τις σοδειές κι ότι απέμεινε το ΄κάναν στάχτη οι φωτιές στις αρχές του καλοκαιριού. Γενική αχρηματία και αφραγκία!

-«Έπρεπε να τραβήξω για τα πλούσια κεφαλοχώρια του κάμπου…», σκέφθηκε «….και δε βρίσκεται κι ένας χριστιανός να τον ρωτήσω το δρόμο για το κοντινότερο χωριό….ή να με φορτώσει με τα πράγματα στο κάρο του,…έτσι, για ψυχικό…!»

Κι καθώς έφερνε ολόγυρα το κεφάλι απελπισμένος, ξαφνικά τα θολωμένα απ’ τη λαύρα και τον ιδρώτα μάτια του ξεχώρισαν ένα λευκό κτίσμα κάτω από θεόρατα πλατάνια στην κορυφή του υψώματος, π’ ανηφόριζε.

Μάζεψε τις λιγοστές του δυνάμεις και με βήμα «στρατιωτικό», λες κι ακόμη υπηρετούσε στρατιώτης στο 1ο Σύνταγμα Αθηνών το 1935, με το οπλοβομβοδοβόλο «Lebel  Τroblon» επ’ ώμου, όλο και πλησίαζε. Διέκρινε πια καθαρά τον τρούλλο με το λευκό Σταυρό στην κορυφή κάτω απ’ τα δένδρα, ήταν ένα εκκλησάκι στη μέση του πουθενά!

Επιτέλους έφθασε! – «Αποθέσατε» ξεστόμισε το στρατιωτικό παράγγελμα και μονομιάς έρριξε καταγής τη βαλίτσα και το κοστολέτο κι όρμησε στην πηγή που γαργάριζε. Έχωσε το πυρωμένο κεφάλι του κάτω απ’ τον κρουνό κι ήταν σαν να ξαναγεννήθηκε, λαίμαργα έσβησε τη δίψα του και νίφτηκε καλά-καλά. Ασυναίσθητα του ήλθε στα χείλη η ρήση: «Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν»! Κάπου την είχε διαβάσει, δε θυμόταν. Πάντως, τη σημασία της τη γνώριζε κι αυτό τον έκανε αστραπιαία να βιώσει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, λυπηρά και δυσάρεστα γεγονότα της περιπετειώδους ζωής του. Όσο γρήγορα φούντωσαν οι μνήμες, το ίδιο κι έσβησαν «τα φαντάσματα του παρελθόντος», καθώς το βήμα του τον οδήγησε στην είσοδο της μικρής εκκλησιάς. Ξεμαντάλωσε την πόρτα «…περίεργο, είναι ανοικτή…», μπήκε, σταυροκοπήθηκε κι έψαξε στην τσέπη του παντελονιού του να βρει ένα νόμισμα ν΄ανάψει το μοναδικό κερί απ’ το παγκάρι. Προσκύνησε το Δεσπότη Χριστό στο τέμπλο και τη Δέσποινα, τη Μεγαλόχαρη, και φευγαλέα τη μορφή του στρατιωτικού Αγίου, που εικονιζόταν δίπλα της κρατώντας στ’ αριστερό του χέρι το Σταυρό και στο δεξί μια αναμμένη λαμπάδα. Κάθισε να ξαποστάσει στο παλιό στασίδι, που ‘τριξε απ’ το βάρος του, έγειρε το κεφάλι και χωρίς να το καταλάβει αποκοιμήθηκε έτσι καθιστός μεσ’ στη δροσιά του ναού.

Ποιος ξέρει πόση ώρα κοιμόταν, όταν απότομα πετάχθηκε κι έκαμε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το φως τον τύφλωσε, έβαλε το χέρι αντήλιο και μόλις που διέκρινε μια ευθυτενή ανδρική σιλουέτα:

-«Καλώς όρισες», τον χαιρέτισε η μορφή.

Κι ο Καραγκιοζοπαίκτης τρίβοντας τα μάτια του αντιχαιρέτισε:

-«Καλώς σας βρήκα».

-«Έφθασες, λοιπόν, Φίλε μου, σε περίμενα!»

-«Με περιμένατε;» αναρωτήθηκε, μα δεν το ξεστόμισε κοιτώντας από πάνω ως τα κάτω τον νεαρό Αξιωματικό, που στεκόταν μπροστά του με τη φρεσκοσιδερωμένη άψογη θερινή στολή, το εθνόσημο στο πηλίκιο και τα χρυσά κουμπιά να λάμπουν στο φως του ήλιου, τις  καλογυαλισμένες μπότες με τα σπιρούνια ν’ αστράφτουν! Ο ήρωάς μας είχε μείνει άναυδος.

-«Εδώ, στο προαύλιο της εκκλησίας θα στήσεις τη σκηνή για την παράσταση», του είπε ο Αξιωματικός, «και μη σε νοιάζει, θα σε βοηθήσω εγώ! Από μικρός μού άρεσε ο Καραγκιόζης!»

Ε, ο άνθρωπός μας τα ‘χε χάσει για τα καλά. Νόμιζε πως τον είχε κτυπήσει κατακούτελα η ζέστη κι έβλεπε οράματα.

-«Πού θα βρεθεί κόσμος σ’ αυτή την ερημιά να την παρακολουθήσει;» απόρησε.

-«Μη μού στενοχωριέσαι καθόλου», του ‘πε γελαστά ο νεαρός, «Έλα, βιάσου! Να τους, ήδη φάνηκαν που ανηφορίζουν».

Ο Καραγκιοζοπαίκτης κατάπληκτος είδε ν’ ανηφορίζουν απ’ τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα  πανηγυριστές απ’ τα γύρω χωριά, άλλοι με τα πόδια, άλλοι πάνω σε ζωντανά, οικογένειες ολόκληρες σε κάρα μ’ όλα τους τα καλά, φαγητά, κρασί, γλυκά, πίττες, στρωσίδια, για να ξημερωθούν, μουσικά όργανα κι όλα τα χρειαζούμενα, όπως επιτάσσουν τα έθιμα μας. Γέμισε ο χώρος εορταστές κι οι γυναίκες με τα παιδιά με αξιοζήλευτη σβελτάδα και νοικοκυροσύνη πάστρεψαν το ναό και τον περίγυρο, για να ψαλλεί ο Μέγας Εσπερινός. Ο Ιερέας καλοχαιρέτισε τον παράταιρο μες το πλήθος Καραγκιοζοπαίκτη που ‘χε στήσει ήδη τον μπερντέ και τού ζήτησε την άδεια να παίξει, φιλώντας του το χέρι:

-«Μού είπαν ότι με περιμένατε…!»

-«Ε, ε, ε, ε; Nαι…ναι…! Πάντα είναι ευπρόσδεκτος ένας καλός Kαραγκιόζης στο πανηγύρι μας, γιατί μετά τον Εσπερινό θα στηθεί γλέντι τρικούβερτο και θέλουμε να γελάσουμε μικροί και μεγάλοι. Περάσαμε όλοι μας δύσκολη χρονιά….Είσαι καλεσμένος μας, παιδί μου, κάμε τη δουλειά σου.» και τον κτύπησε φιλικά στην πλάτη.

Με Βυζαντινή μεγαλοπρέπεια τελέστηκε η ακολουθία, Ιερέας και ψαλτάδες έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, και με την Απόλυση όλοι τριγύρισαν τον μικρό μπερντέ.

Κτύπησε ο Καραγκιοζοπαίκτης το κουδούνι, μα ξαφνιάστηκε, όταν με τρόμο διαπίστωσε πως απ’ τη λυχναρόταβλα έλειπαν τα λυχναράκια:

-«Αμάν, τι έπαθα, ο ξεμυαλισμένος, ξέχασα τα λυχνάρια στο προηγούμενο χωριό! Και τώρα τι γίνεται…;»

-«Μη χολοσκάς», του ‘πε χαμηλόφωνα στ’ αυτί ο Αξιωματικός-βοηθός, -«Πιάσε εσύ τις φιγούρες να ξεκινήσεις το έργο…».

Και καθώς στο πρόσταγμά του γύρισε ο Καραγκιοζοπαίκτης την πλάτη να πιάσει τις σούστες, ένιωσε τη λάμψη καθώς μονομιάς άναψαν 12 λευκά κεριά! Τέτοια λάμψη δεν είχε φωτίσει ποτέ τον μπερντέ του! Κι ούτε πρόφθασε να ρωτήσει πού βρέθηκαν αναπάντεχα τόσα φώτα, γιατί οι μουσικάντες με το που είδαν φωτισμένο το μπερντέ έπιασαν το «Σέρβικο» και μικροί και μεγάλοι θεατές άρχισαν ρυθμικά τα παλαμάκια κι ο Καραγκιόζης με το κολλητήρι βάλθηκαν να χορεύουν στο πανί:

-«Απόψε, κυρίες και κύριοι κι αγαπημένα μου παιδιά, η αφεντομουτσουνάρα μου θα σας παρουσιάσει το ληστρικό δράμα «ο Μετανοημένος Αρχιληστής», θα ξεποδαριαστούμε στα γέλια, καθίστε να διασκεδάσετε!»

Καθώς προχωρούσε η βραδιά ξεδιπλωνόταν η πλοκή της παράστασης μαζί με τα συναισθήματα των θεατών, που άλλοτε γεννούσαν γέλια με τα καμώματα του Καραγκιόζη κι άλλοτε κλάματα με τον αγώνα του Ληστή να βρει τη λύτρωση για τα κρίματά του. Με τη φοβερή «Λύση του δράματος» ο κόσμος συγκινημένος ξέσπασε σε χειροκροτήματα και επευφημίες κι όλοι χύθηκαν να συγχαρούν τον Καραγκιοζοπαίκτη για το θέαμα που τούς πρόσφερε. Ακολούθησε γερό τραπέζωμα με άφθονα σπιτικά εδέσματα και κρασί, τραγούδι και χορό. Ο καημένος ο πλανόδιος Καλλιτέχνης μετά από ημέρες αναγκαστικής αυστηρής νηστείας, επιτέλους χόρτασε την πείνα του. Κι όσο για το κουτί των εισπράξεων ξεχείλιζε από κέρματα, καθώς όλοι τού είχαν δώσει απ’ το υστέρημά τους!

Όταν πια η σιγαλιά της νύχτας άπλωσε το πέπλο της πάνω απ’ τους ευσεβείς εορταστές, για να τους ξεκουράσει, ο Καραγκιοζοπαίκτης ένιωσε να τον πλησιάζει ο Αξιωματικός, πιο λαμπρός απ’ την ώρα που τον πρωταντάμωσε! Πετάχθηκε όρθιος και σε στάση προσοχής:

-«Κύριε Αξιωματικέ, στας διαταγάς σας!» ψέλλισε.

-«Μην πεις τίποτε, Φίλε μου! Να πάρε κι από μένα για τον κόπο σου, που έπαιξες τόσο ωραία για τους καλεσμένους μου στην ονομαστική μου Εορτή!» και τού ‘βαλε στο χέρι τρία κολλαριστά χαρτονομίσματα.

-«Πάρε και τούτο το κερί», συνέχισε, «να τ’ ανάβεις κάθε φορά που χάνεις το δρόμο σου και θέλεις να τον ξαναβρείς, σε χαιρετώ!»

Μέχρι να τρεμοπαίξει τα βουρκωμένα βλέφαρά του ο Καραγκιοζοπαίκτης, ο νεαρός Αξιωματικός είχε χαθεί από μπροστά του.

Την επομένη, ανήμερα της Εορτής του Αγίου Φανουρίου, μετά τη Λειτουργία και καθώς ο κόσμος είχε αποχωρήσει παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού στα γειτονικά χωριουδάκια, ο ήρωάς μας μπήκε στο μοσχοβολισμένο απ’ το θυμίαμα και τ’ αγιοκέρια ναό, σταυροκοπήθηκε τρις με ευλάβεια, πλησιάζοντας δειλά-δειλά στο τέμπλο την ανθοστολισμένη αχνή απ’ τη φθορά του χρόνου Άγια Μορφή.  Τότε με δέος ένιωσε πως αντίκρυσε το χαμογελαστό πρόσωπο του νεαρού Αξιωματικού που τον ευεργέτησε, κι ένα ρίγος συγκίνησης σύσπασε το κορμί του!

Αναστάσιου Κούζη, Κούζαρου, Φιλόλογου, Καλλιτέχνη Θεάτρου Σκιών

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *