The story of Karagiozis

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΛΗΘΙΝΗ

 

Το καφενείον «Η ΑΚΤΗ» δέσποζε στο λοφίσκο πάνω απ’ το κυριότερο λιμάνι όλης της Ανατολικής ακτής του Νομού. Το φυσικό μπαλκόνι του ήταν περιζήτητη όαση δροσιάς για τους παραθεριστές, αλλά και τους καλοκαιρινούς ταξιδιώτες για τα νησιά του Αιγαίου. Από ‘κεί αγνάντευε κανείς όλο το πέλαγος. Μα τώρα, στο καταχείμωνο, ζόριζαν πολύ τα πράγματα!

«Απόψε δεν θα κάνουμε σεφτέ», σκεφτόταν ο Καραγκιοζοπαίκτης καθώς ρουφούσε ηδονικά τον καϊμακλίδικο βαρύ γλυκό, κοιτώντας μέσα απ’ το θολωμένο τζάμι του παραθύρου. «Ποιος θ’ανηφορίσει εδώ πάνω μες στ’ ανεμοβρόχι;»

Πράγματι, εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων ο καιρός είχε αγριέψει ξαφνικά και έδειχνε τα δόντια του για τα καλά. ΄Ολο το Φθινόπωρο, τόσες βδομάδες πριν, τράβηξε σε μάκρος ένα αφύσικο γαϊδουροκαλόκαιρο κι αυτή ήταν η αιτία που ξεγελάστηκε και ξέμεινε σ’ αυτό το θέρετρο και τον βρήκαν τα Χριστούγεννα.

Ήταν, όμως, κι ο καλοκάγαθος καφετζής, που τόσο αγαπούσε το Θέατρο Σκιών. Το’ χε απωθημένο, βλέπετε, γιατί ο πατέρας του δεν τον άφηνε να δει τον Καραγκιόζη που έπαιζε, όταν ήταν μικρός, τις καλές τις μέρες στην πλατεία του χωριού: «Εδώ θα μείνεις να βοηθήσεις στο μαγαζί. Δε βλέπεις που πλάκωσε πελατεία; Δε θα πάς πουθενά!», του ‘λεγε αυστηρά κι έτσι ποτέ δεν έπαιξε σε δική του σκηνή, όσο κι αν το ποθούσε.

Δικαιολογημένα, λοιπόν, περιποιόταν πολύ τον Καραγκιοζοπαίκτη, προσφέροντάς του ζεστό σπιτικό φαγητό μεσημέρι – βράδυ και μια καμαρούλα, για να ξαποσταίνει. Δεν ανεχόταν επ’ ουδενί να βλέπει το γέρο Καλλιτέχνη να κοιμάται στους πάγκους ή στις καρέκλες ή στο πάλκο της σκηνής! Κι όχι άδικα του συμπεριφερόταν έτσι, γιατί τόσα και τόσα βράδια ο Καραγκιόζης του γέμιζε τον καφενέ του από παρέες, κέρδιζε απ’ τα πιοτά, έπαιρνε και το ποσοστό του απ’ τις εισπράξεις.

Μόνο η γυναίκα του κάθε λίγο και λιγάκι, στραβοκοιτώντας και τον Καλλιτέχνη, τον γκρίνιαζε: «Τι μου τους μαζεύεις εδώ τους Καραγκιοζοπαίκτες; Θα μου χαλάσεις το μαγαζί! Δε βλέπεις που ξεμυαλίστηκε ο Χρηστάκης μας κι όλο κάνει φωνές, κι όλο φτιάχνει κουτσούνια κι αφήνει τα γράμματα; Προχθές ο δάσκαλος στο σχολείο τον ράβδισε, γιατί την ώρα του μαθήματος για την Μάχη στην Αλαμάνα πετάχθηκε ξαφνικά ο κανακάρης μας κι άρχισε ν’ απαγγέλει «γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις, να προσκυνάς εις το Τζαμί την Εκκλησιά ν’ αφήσεις;….», κι έσκασαν στα γέλια και στα χάχανα τ’ άλλα παιδιά κι έγινε παίγνιο η τάξη».

Η πραγματική της έγνοια, όμως, ήταν η ομορφοκόρη της που γλυκοκοιτούσε το Διονυσάκη, με τα γαλανά μάτια και τη γλυκιά φωνή, το βοηθό και τραγουδιστή του Καραγκιοζοπαίκτη, που όλο το καλοκαίρι λίγωνε τις κοπέλες με τα τραγούδια του και μεράκλωνε τους θαμώνες με τους αμανέδες και τα κλέφτικά του.

-«….Τι βλέπεις ,Μάστορα, θα’ρθει κόσμος απόψε;»

-«Μπάαα-μπά, με τέτοιο καιρό, Κυρ-Μανώλη, μάλλον θα το σχολάσουμε νωρίς. Βλέπεις τόσους μήνες είδε ο κοσμάκης πολύ Καραγκιόζη! Και παραμονή Χριστουγέννων δύσκολα θ’ αφήσει ο κάθε νοικοκύρης τη ζεστασιά του σπιτικού του. Πάντως εμείς θα παίξουμε για τους σταθερούς θαμώνες και πιστότερους φίλους του Καραγκιόζη, το μπάρμπα-Μελέτη, το συνταξιούχο δάσκαλο, τον Καπετάν – Νικόλα το θαλασσοδαρμένο ναυτικό, το Μήτσο τον κουρέα, το μπεκιάρη και τον Παχώμιο, τον αγαθό του χωριού που κάνει τα θελήματα. Βλέπεις έπιασαν από νωρίς στασίδι». Αυτά είπε και χαμογελώντας συμπλήρωσε: «Τι να κάνουμε;  Όμως …  έχει ο Θεός!».

Αυτή η τελευταία φράση του «…έχει ο Θεός!» ήταν από τότε που βγήκε στο κουρμπέτι, η παρηγοριά του. Ορφανός από πατέρα έζησε με την τέχνη του, γυρνώντας όλη την Ελλάδα, τη μάνα και τη μικρή του αδελφή. Δοκιμάστηκε, όπως και κάθε άλλος ταπεινός άνθρωπος του καιρού του, από την ανέχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, κινήματα, επαναστάσεις, πολέμους. Όλα τ’ αντιμετώπισε στωϊκά παρέα με τον πιστό χαρτονένιο σύντροφό του, τον ξυπόλητο, καμπούρη, μακρυχέρη φίλο του, που ποτέ δεν τον εγκατέλειψε.  Κι όταν βρισκόταν μπροστά στους πιο μεγάλους κι αναπάντεχους κινδύνους και τα μεγαλύτερα εμπόδια, ένοιωθε πως το άψυχο τούτο νευρόσπαστο του ψιθύριζε αισιόδοξα στ’ αυτί: «Δείξε θάρρος … έχει ο Θεός!».

Η ώρα πέρασε πια, νύχτωσε, το κουδούνι αντιλάλησε στον ευρύχωρο καφενέ. Ο Διονυσάκης άναψε τα φώτα στο μπερντέ και με την κιθάρα του συνόδευε τον ξέφρενο χορό του Καραγκιόζη και του Κολλητηριού στα επιδέξια χέρια του γέρο-Μάστορα, που ακούστηκε σαρκαστικά να λέει: «Απόψε δε θα φάμε, δε θα πιούμε και σίγουρο είναι, μπάρμπα Μελέτη μου, πως νηστικοί θα κοιμηθούμε»! Κι ενώ οι λιγοστοί θαμώνες ξεσπούσαν σε γέλια, ξαφνικά η δίφυλλη τζαμένια πόρτα του καφενέ άνοιξε διάπλατα κι ένα παγωμένο ρεύμα τους διαπέρασε ως το κόκκαλο. Συνάμα ακούστηκε στεντόρεια η βαριά φωνή μιάς τεράστιας μορφής που κάλυψε όλη την εμπασιά του καφενέ: «Μωρέ Καραγκιόζη, απόψε και θα φάμε και θα πιούμε και θα γλεντήσουμε …….»! Κι όρμησε μέσα γελώντας. «΄Ελα καφετζή, κόβε εισιτήρια και παίρνε παραγγελίες», βροντοφώναξε και στρογγυλοκάθισε μπροστά-μπροστά στο πανί, ανάβοντας την πίπα του. Με μιάς πίσω του ξεχύθηκε όλο το τσούρμο και πλήθος επιβατών του καραβιού, που’ταν δεμένο μ’ όλους τους κάβους του στο λιμάνι.

-«Τι συμβαίνει;», έκαμε σαστισμένος ο καφετζής, «πού βρεθήκατε όλοι εσείς;»

-«Γενικό απαγορευτικό έδωσε το Λιμεναρχείο! Απαγόρευση απόπλου μέχρι νεοτέρας, στο Αιγαίο πνέουν θυελλώδεις άνεμοι, 9-10 μποφώρ», του’ πε ο λοστρόμος.

-«Πού να περάσουμε τη νύχτα; Εδώ θα κάνουμε Χριστούγεννα παρέα με τον Καραγκιόζη!», φώναξε μια γυναίκα.

-«Είδαμε το πρόγραμμά του κι αποφασίσαμε να’ ρθουμε να γιορτάσουμε «τους Αρραβώνες του», απ’ το να τραμπαλιζόμαστε όλη νύχτα στο καράβι», συμπλήρωσε ένας γέροντας.

Πράγματι, το πρόγραμμα, που είχε φιλοτεχνήσει ο γέρο-Μάστορας κι ήταν δεμένο σ’ ένα φανοστάτη του λιμανιού, ανάγγελλε με μεγάλα κόκκινα γράμματα που΄χαν γαλάζιες σκιές,

 

«ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΑΚΤΗ ΑΠΟΨΕ, ΩΡΑ 7.30 μ.μ ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ «ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ»

ΚΙ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ

ΤΡΕΞΑΤΕ, ΓΕΛΙΑ ΑΚΡΑΤΗΤΑ

Γενική Είσοδος: Δρχ.5»

Κι εικόνιζε στο κέντρο του έναν ωραίο Καραγκιόζη με ημίψηλο και χιλιομπαλωμένη βελάδα, μ’ένα μπουκέτο άνθη στο χέρι, ξυπόλητο το’ να ποδάρι και τ’άλλο με τσαρούχι.

Το τι έγινε εκείνο το βράδυ στο κατάμεστο καφενείο «Η ΑΚΤΗ» δεν περιγράφεται, «χαράς Ευαγγέλια»: Ο Καραγκιόζης έδινε κι έπαιρνε πιστός στο ρόλο του, γέλια, χάχανα, αστεία, πειράγματα, κεράσματα, τραγούδια, χορός κι επίκεντρο όλων ο γέρο Καραγκιοζοπαίκτης, που δεν άφησε στιγμή απ’ τα χέρια του το βιδωμένο στη σούστα ήρωά του!

Ήταν κοντά στο ξημέρωμα, όταν ο γέροντας κουρασμένος ξέσυρε τα στρωσίδια στο ντιβάνι ν’ αναπαυθεί. Πλαγιάζοντας, έκανε το σταυρό του και σιγομουρμούρισε: «Η Γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός ημών……», καθώς ακουμπώντας το προσκέφαλό του έκλεινε τα μάτια.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα …………

Αναστάσιος Κούζης-Κούζαρος, Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών, Φιλόλογος

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published.