The story of Karagiozis

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΟΝΕΥΣΑΝΤΟΣ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ ΒΟΤΣΑΡΗΝ

Ο Μάρκος Μπότσαρης (1790-1823), «ο Αητός του Σουλίου», «ο Γενναίος των Γενναίων», και ο ηρωϊκός του βίος απετέλεσαν αγαπημένο θέμα πατριωτικών θεατρικών έργων, που γράφτηκαν αμέσως μετά την Επανάσταση και καθ’ όλο τον 19ο αιώνα.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο τετράπρακτος «Μάρκος Βότζαρης», η πρώτη εθνικού περιεχομένου Όπερα, την οποία συνέθεσε από το 1858 έως το 1860 η ηγετική μορφή της Επτανησιακής μουσικής και δημιουργός της Εθνικής Όπερας Ζακύνθιος Παύλος Καρρέρ ή Καρρέρης (1829-1896). Η Εθνική αυτή Όπερα, αν και αφιερώθηκε στους Βασιλείς Όθωνα και Αμαλία, ενώπιον των οποίων ο Καρρέρ τον Απρίλιο του 1858 παρουσίασε αποσπάσματά της κερδίζοντας την εύνοιά τους, γνώρισε μεγάλες περιπέτειες εξ αιτίας του Επαναστατικού περιεχομένου της. Μάλιστα, ρητώς απαγορεύτηκε η παρουσίασή της τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα Αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, αλλά και την κατακερματισμένη μοναρχική Ιταλία. Γιατί; «…ένεκεν πολιτικών λόγων υψίστης σημασίας..», εφ’ όσον την επαύριον της λήξης του Κριμαϊκού πολέμου και των δυσμενών για την Ελλάδα συνέπειών του θα έβλαπτε τις Ελληνο-τουρκικές σχέσεις! Όσο για τον Πρώτο Έλληνα Μουσουργό «…Ο κύριος Καρρέρης ειδοποιήθη απών ότι το μουσουργημά του απεδοκιμάσθη θεωρηθέν αντιτουρκικόν», ο δε πασίγνωστος «Γέρο-Δήμος», η άρια του ίδιου του Μάρκου Μπότσαρη λογοκρίθηκε! ( Εφ. ΗΛΙΟΣ 19\5\ 1859, Αρ. 213,σελ.3η)
Τελικώς, η δημοφιλέστερη Όπερα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα έκανε πρεμιέρα «…μετά φόβου Θεού…» στην Πάτρα τον Απρίλιο του 1861!

ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΡΕΡ

Έξι χρόνια αργότερα, την Τρίτη 11η Απριλίου 1867 δόθηκε η θεατρική παράσταση του Βότσαρη στην Αθήνα. Μ’ αυτήν την αφορμή ο Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914), από τους επιφανέστερους ιστορικούς της νεότερης Ελλάδας και εκ των θεμελιωτών των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, θέλοντας να ικανοποιήσει το αίτημα κάποιου φίλου του, που του ζήτησε «…λεπτομερείας τινας της δαφνοστεφούς του ήρωος, νυχτεφόδου, μη περιεχομένας εις τας μέχρι τούδε δημοσιευθείσας ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως…» μας αποκαλύπτει το γενεαλογικό δένδρο, όπως και την ταυτότητα του φονέως του Μάρκου Μπότσαρη κατά τη νυχτομαχία της 7ης Ιουλίου 1823 στο Καρπενήσι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΘΑΣ

Ο Σάθας, όπως δηλώνει σε επιστολή του προς τον συντάκτη της εφημερίδος ΑΙΩΝ της 13ης Απριλίου 1867, αποσπώντας και δημοσιεύοντας στοιχεία από το ανέκδοτο έργο του «οι Σουλιώτικοι πόλεμοι, κατά τας Αλβανικάς και Ελληνικάς πηγάς» φωτίζει, απ’ τη μια αυτήν τη μελαμψή μορφή που εικόνισε στην έγχρωμη λιθογραφία του ο Πέτερ Φον Ες, με θέμα τον ηρωϊκό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, να οπισθοχωρεί στη σκηνή του Σερασκέρη πυροβολώντας θανάσιμα τον Ήρωα. Απ’ την άλλη, διορθώνει και διευκρινίζει όσα φευγαλέα και αόριστα αποτύπωσε ο Νικόλαος Σπηλιάδης στα Απομνημονεύματα του: «… όθεν την 9ην αυγούστου τετάρτην ώραν της νυκτός δίδεται το σημείον, και οι Σουλιώται ώρμησαν ξιφήρεις εις το εχθρικόν στρατόπεδον και ήρχισαν την σφαγήν΄ αλλά βολή θανατηφόρος εκ μέρους των εχθρών καλύπτει τον Μπότσαρην με την Αθανασίαν…».

Ο Μπότσαρης αποθνήσκει στο Kαρπενήσι.    Έγχρωμη λιθογραφία – Peter Von Hess

 

Κατά το δημοσίευμα, λοιπόν, αυτός που σκότωσε τον Μπότσαρη είναι ο Μιρδίτης Μαυρο-Λέκος ή επί το Ελληνικότερον Αλέξανδρος ο Μαύρος! Η φυλή των Μιρδιτών ζώντας σ’ απρόσιτα βουνά, Ελληνικής μεν καταγωγής, Παπικού δε δόγματος, ως πρώτο γενάρχη αναγνωρίζει τον Γκιώνη Μάρκο, που άκμασε κατά τον ΙΕ’ αιώνα, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες σ’ όποιον του πρόσφερε τα περισσότερα, ομόθρησκο ή ξένο. Ως μισθοφόρος του Σουλτάνου Μουράτ διακρίθηκε στη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο (προφανώς στη δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου της 17ης-20ης Οκτωβρίου 1448 ανάμεσα στον Οθωμανό Σουλτάνο Μουράτ τον Β’ και τον Ούγγρο αντιβασιλέα Ιωάννη Ουνιάδη), απ΄ όπου η φυλή του έλαβε το επώνυμό της: ο Μάρκος, αφού επισκέφθηκε το πρωί πριν τη μάχη το Σουλτάνο του ευχήθηκε κατά τη συνήθεια, μίρ ντί (καλήν ημέραν). Μετά τη μάχη, στην οποία πολύ συνέβαλαν οι υπό τον Αλβανό φύλαρχο, ο Μουράτ επωνόμασε τους υπό τον Μάρκο, εξ αιτίας της πρωϊνής ευχής του αρχηγού των, Μιρδίτας, δηλαδή Καλημερίτας!

Ο διάδοχος του Γκιώνη, Πρέγγ Λέκ (Πέτρος Αλέξανδρος) άφησε τρεις γιους, τους Πρέγγ Λέκ, Ντοντ Λέκ και Λέκ Σιή ( Αλέξανδρο τον Μαύρο). Ο Ντοντ ή Πρέγγ (=Πέτρος ή Πρίγκηπας) Δόδας παραλαμβάνοντας την αρχηγία της φυλής διακρίθηκε για τη σύνεση και ανδρεία του, υπήρξε μετριόφρων, φιλάνθρωπος και νοήμων. Υπηρέτησε μέχρι τέλους τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων και ακολούθως τέθηκε στην υπηρεσία του πασά της Σκόδρας.

Κατά το 1823 ο Μουσταφάς, ο Πασάς της Σκόδρας, γνωστότερος υπό το όνομα Σκόδραλης, ηγούμενος τριών μυριάδων στρατού κατεσκήνωσε στο Καρπενήσι. Μεταξύ των άλλων συνεξεστράτευσε και ο Πρέγγ Δόδας ηγούμενος των Μιρδιτών και παρακολουθούμενος υπό του αδελφού του του Μαυρο-Λέκου (Λέκ Σίη), ανδρός φιλοπολέμου και ωμού. Τη νύκτα της 7ης Ιουλίου ο Μάρκος Βότσαρης, αφού ρίχθηκε μέσα στο εχθρικό στράτευμα ώρμησε στη σκηνή του ηγεμόνος των Μιρδιτών, νομίζοντας ότι είναι η σκηνή του Μουσταφά. Ο Μαυρο-Λέκος επυροβόλησε εύστοχα κατ’ αυτού από μέσα, και ο ήρωας έπεσε θύμα της σφαίρας του Μιρδίτου.

Ο Δόδας μετά την επάνοδό του από την Ελλάδα δηλητηριάσθηκε από Οθωμανούς, κι ο Μαύρο – Λέκος ανέλαβε επ’ ονόματι του ανηλίκου ανεψιού του Νικολάου την αρχηγία των Μιρδιτών.

Τον Μάρτιο του 1831 ο Μουσταφάς Σκόδραλης, υποκινούμενος από τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου και του φίλου του Μιλόσχη της Σερβίας σήκωσε τη σημαία της αποστασίας εναντίον της Υψηλής Πύλης. Επί κεφαλής οκτώ Αλβανών πασάδων και του Μαύρο-Λέκου ανεχώρησε από τη Σκόδρα με 40.000 στρατό και κατέλαβε ανεμπόδιστα την Πρίλαιπον. Εύκολα θα καταλάμβανε και το Μοναστήρι, το στρατοπεδαρχείο του μεγάλου Βεζύρη Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά, του περιβόητου Κιουταχή, αν δεν βραδυπορούσε. Ο επιδέξιος Κιουταχής όχι μόνο εξασφάλισε με κανονοστοιχίες το στρατοπεδαρχείο του, αλλά ανέτρεψε και κατεδίωξε τον Μουσταφά, που εγκαταλειφθείς από τους άλλους συνωμότες κλείσθηκε στο φρούριο της Σκόδρας, έχοντας μόνο πιστό οπαδό τον Μαυρολέκον. Οι Μιρδίται του Μαυρολέκου απέκρουαν μεν καρτερικά τις εφόδους του Ρεσίτ Πασά, όμως ο Μουσταφάς θα έπεφτε στα χέρια του, αν την τελευταία στιγμή δεν τον έσωζε η μεσολάβηση του Αυστριακού Αυτοκράτορα προς τον Σουλτάνο. Έτσι, ο μεν Σκόδραλης στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έλαβε ετήσια επιχορήγηση 100.000 γροσίων, ο γιος του τέθηκε στην υπηρεσία του διαδόχου Αβδούλ-Μετζίτ και τέλος, απολαμβάνοντας την πλήρη εύνοια, διετέλεσε και διοικητής της Σμύρνης.

Ο Μαυρολέκος, όμως, δεν είχε καλό τέλος, γιατί μετά την παράδοση του Μουσταφά εξωρίσθηκε στα Ιωάννινα, ενώ ο ανεψιός του Νικόλαος διωρίσθηκε ηγεμών των Μιρδιτών. Ύστερα, αφού αμνηστεύθηκε, επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου δολοφόνησε τον ανεψιόν του και ανέλαβε τη φυλαρχία. Λίγος καιρός πέρασε και η μεν σύζυγος του Νικολάου εκδικούμενη τον σκότωσε, η δε χήρα του Μαυρολέκου αντεκδικούμενη σκότωσε τον γιο του Πρέγγ Δόδα και άλλους αυτού συγγενείς.

Επιλέγοντας, ο Κωνσταντίνος Σάθας μας πληροφορεί πως στα 1867 απ’ τον κλάδο του Πρέγγ Λέκ έμενε ο ηγεμόνας των Μιρδιτών Πρέγγ Μπίμπ Δόδα, ενώ απ’ του Μαυρολέκου ζούσε ο έγγονος Γκιώνης, ο οποίος κληρονόμησε εκτός των άλλων και την σκληρότητα του Πάππου του.

Αυτός υπήρξε ο Αλέξανδρος ο Μαύρος, ο οποίος με τη φονική του βολή μέσα απ’ το μισοσκόταδο της σκηνής του Σερασκέρη και την αχλύ της μάχης, τη νύκτα της 7ης Ιουλίου 1823, έκοψε το νήμα της ζωής του πλέον παράτολμου και ανδρείου Ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως, του Μάρκου Μπότσαρη! Αν το «Φθονερόν Θείον» του είχε επιτρέψει να ζήσει, πιστεύουμε ακράδαντα πως όλως διαφορετική θα ήταν η έκβαση της Επαναστάσεως του 1821.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΑΙΩΝ, 13 Απριλίου 1867, Αρ,2231.
2. Νικόλαος Σπηλιάδης, «Απομνημονεύματα διά να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν Ελληνικήν Ιστορίαν», 1851, τόμος Α’, σελ,544.
3. Αύρα Ξεπαπαδάκου, «Ο Μάρκος Μπότσαρης του Παύλου Καρρέρ: μία «εθνική όπερα». Λόγος 5, 27-63.
4. Hecquard, Louis Hyacinthe, 1814-1866: Histoire et description de la haute Albanie ou Guégarie, (Paris, A. Bertrand, 1858).

Αναστάσιος Κούζης – Κούζαρος, φιλόλογος, Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών

Leave a Reply

Your email address will not be published. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *