Η ιστορία του Καραγκιόζη

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ – ΦΕΡΧΑΤ ΚΑΙ ΣΙΡΙΝ

Την Κυριακή 26 Νοεμβρίου 1917 ο Ηλίας Π. Βουτιερίδης, συνεργάτης της εφημερίδος ΣΚΡΙΠ, παρουσίασε στη στήλη του ΑΠΟ ΗΜΕΡΑΣ ΕΙΣ ΗΜΕΡΑΝ έναν παλαιό λόγιο, τον Λάμπρο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος ήταν γνωστότερος με το φιλολογικό όνομα Λάμπρος Ενυάλης. Αφορμή στάθηκε, η έναρξη δημοσίευσης της επιφυλλίδος του «ΟΙ ΔΥΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΑΙ Ή ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΧΑΡΕΜΙΩΝ».

Η επιφυλλίδα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του Θεάτρου Σκιών, γιατί εμπεριέχει πολύτιμες πληροφορίες για την παρουσία του στην Κωνσταντινούπολη και γενικότερα στην περιοχή της Θράκης. Τα όσα μαρτυρεί ο Ενυάλης στη διήγηση του θεωρούνται αξιόπιστα, γιατί το έργο «το έγραψε πρό πολλών ετών εις την ακμήν της ηλικίας του και της φιλολογικής του δράσεως», ασκώντας τότε το επάγγελμα του εμπόρου και περιερχόμενος τα χωριά της Θράκης, ενώ στη συνέχεια υπήρξε ικανός διπλωματικός υπάλληλος.

        Φερχάτ

Το Σάββατο, λοιπόν, 2 Δεκεμβρίου 1917 μας παρουσιάζει τον ήρωά του να στέκεται μπροστά στη θύρα ενός καφενείου, στο οποίο «…κατά τας ημέρας των νηστειών ιδρύει την σκηνήν αυτού ο πολύς Καραγκιόζης μετά του συναδέλφου αυτού Χατζή-Αιβάτη…» τονίζοντας: «…Πάσαι αι υποθέσεις των «Καραγκιοζείων» παραστάσεων είνε κακοήθεις και ανήθικοι, πλήρεις βαναύσων ευφυολογιών, πλην ολιγίστων εξαιρέσεων, δυνάμεναι δε να κινήσωσι μόνον τους γέλωτας θεατών, οίοι  συχνάζοντες εις αυτάς. Ελάχισται αυτών έχουσι σοβαράς υποθέσεις, μία δε εκ των εχουσών τραγικήν τοιαύτην είνε η της εσπέρας εκείνης ήτις ιδού εν ολίγοις…». Στη συνέχεια ο Ενυάλης μας δίδει τον τίτλο της τραγικής αυτής παράστασης: «ΦΕΡΧΑΤ – ΣΙΡΙΝ» όπως και την υπόθεση, που είναι η εξής:

Η κακούργα Νενέ – Τζιογκολόζα
Ανδρέα Σωτηρόπουλου

Κάποιος νέος, που ονομάζεται Φερχάτ, αγαπά μία ηγεμονίδα, γυναίκα δηλαδή πολύ ανώτερη στη κοινωνική θέση και τα πλούτη. Κάθε εσπέρα ο ερωτόληπτος νέος, παίρνοντας το μπουζούκι του έρχεται κάτω από τα παράθυρά της και με τη γλυκιά και αρμονική φωνή του μεσ’ το σκοτάδι της νύχτας της εκφράζει το φλογερό πάθος του. Η γοητευμένη, από την ωραία του φωνή κόρη, με τη μεσολάβηση της γριάς και πάρα πολύ άσχημης – Τζιογκολόζας, όπως αποκαλείται αυτή στο δράμα – τροφού της,  κανονίζει συνάντηση με τον απελπισμένο εραστή της. Ο Φερχάτ ανυπόμονος τρέχει την καθορισμένη νύχτα κάτω απ’ τα παράθυρα της Σιρίν, ψάλλοντάς της το πιο ερωτικό απ’ τα τραγούδια του. Περνούν λίγα λεπτά και η ωραία νέα κατέρχεται τις κλίμακες του μεγάρου της, παρακολουθουμένη από τη γριά τροφό. Η Σιρίν και ο Φερχάτ αγκαλιάζονται. Μετά τις πρώτες εξομολογήσεις του αμοιβαίου πάθους τους, η Σιρίν του αποκαλύπτει την δοκιμασία, που αν κατόρθωνε να ξεπεράσει, θα γινόταν δική του: «Ο πατέρας υπεσχέθη να με δώση εις εκείνον ο οποίος θα κατορθώση να φέρη νερόν εις το παλάτι μας από την κορυφήν του εβδόμου και τελευταίου βουνού, όπου υπάρχη μία πηγή, χύνουσα νερόν σαν κρύσταλλον…». Ο Φερχάτ της δίνει υπόσχεση ότι θα κατορθώσει τον άθλο. Οι δύο νέοι φιλιούνται πριν αποχωριστούν, ενώ στα χείλη της γριάς τροφού χαράσσεται χαμόγελο κακεντρέχειας και φθόνου. Στην επόμενη σκηνή έχοντας αλλάξει σκηνογραφία επανέρχεται ο Φερχάτ φορώντας ένδυμα εργάτη και φέροντας σκαπάνη επ’ ώμου. Αποτείνει εγκάρδια προς τον Προφήτη προσευχή και αρχίζει την εργασία του τραγουδώντας και χτυπώντας τους βράχους με τη σκαπάνη, που κυλούν στο έδαφος. Χρόνια ολόκληρα εργάζεται σκληρά ο ταλαίπωρος ενισχυμένος από τον παντοδύναμο ερωτά του, όταν επιτέλους φθάνει στην έβδομη κορφή, απ’ την οποία αναβλύζει το πολύτιμο νερό, λίγο ακόμη και η ερωμένη θα γίνει δική του. Ο Φερχάτ σκάπτει τα αναγκαία αυλάκια και το νερό ρέει δροσερό και διαυγές πλησιάζοντας στο μέγαρο, μέχρι που το οδηγεί στα στόμια της κρήνης του μεγάρου της Σιρίν. Γεμάτος πλέον από ελπίδες στέκεται μπροστά απ’ τη θύρα περιμένοντας να λάβει από τον πατέρα της την χείρα της κοπέλας. Αλλά αντί της κόρης εξέρχεται η γριά τροφός περίλυπη και θρηνώντας: –Καημένο παιδί λέγει στο Φερχάτ σπαράζοντας πέθανε η ερωμένη σου! Δυστυχισμένο τέκνο. Ο νεαρός μένει για κάποιες στιγμές κεραυνόπληκτος. Έπειτα βγάζει απ’ τη ζώνη του ένα μαχαίρι και το μπήγει στη καρδιά του. Την ώρα που πέφτει αιμόφυρτος και ενώ η γριά μέγαιρα καγχάζει, εξέρχεται απ’ το μέγαρο η κόρη χτυπώντας τα χέρια της απ’ τη χαρά, έτοιμη να ριχτεί στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Αλλά βλέποντας το φρικαλέο θέαμα καταλαμβάνεται και η ίδια από απελπισία, χυμά προς το νεκρό, τον αγκαλιάζει και βλέποντας το μαχαίρι του τ’ αρπάζει κι αυτοκτονεί τείνοντας τα χέρια της προς το άψυχο πτώμα του Φερχάτ. Η γριά χαμογελά σατανικά δείχνοντας τους νέους με το κοκαλιασμένο της χέρι και τα κίτρινα δόντια της. Κι έτσι πέφτει η αυλαία.

Η τραγική αυτή παράσταση με τον τίτλο «Η Ωραία Σειρήνη», παρουσιάστηκε στο κοινό της Χαλκίδας στο καφενείο της Ιουδαϊκής Συνοικίας στις 22 Οκτωβρίου του 1879, σύμφωνα με τη μαρτυρία της εφημερίδας ΕΥΒΟΙΑ και σίγουρα παρουσιάστηκε με την ίδια λύση της τραγωδίας, όπως αυτή παριστανόταν στα θέατρα της Ανατολής, συγκλονίζοντας τους θεατές.

Όμως, ο Λάμπρος Ενυάλης στη συνέχεια της επιφυλλίδας του την Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 1917 μας παραδίδει ένα τραγικό επεισόδιο, το οποίο ανάγκασε τους Διευθυντές του Καραγκιοζείου θεάτρου να μεταβάλουν το δράμα δίνοντας διαφορετική σ’ αυτό λύση. Κάποιο βράδυ δινόταν παράσταση με πάρα πολύ μεγάλη συρροή πλήθους κάτω απ’ ένα παράπηγμα στημένο σε κάποια πλατεία της Ουζαντζιόβας, χωρίου της Θράκης, όπου επραγματοποιείτο η πιο μεγάλη από τις εμπορικές πανηγύρεις της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Την παράσταση αυτή την παρακολούθησε και ο ίδιος ο Ενυάλης που ως Έμπορος συμμετείχε στην πανήγυρη. Ενώ, λοιπόν, εξελισσόταν η παράσταση, την ώρα που η γριά μέγαιρα ανήγγειλε ψευδώς στον Φερχάτ τον θάνατο της Σιρίν και ενώ το πλήθος των θεατών έμεινε άναυδο απ’ τη συγκίνηση, κάποιος αρειμάνιος Αλβανός, εξοργισμένος από την κακεντρέχεια της γριάς και θέλοντας να την τιμωρήσει, βγάζει απ’ το σελάχι του το αργυρό του πιστόλι και σκοπεύοντας πυροβολεί. Και έπεσε μεν, όπως γράφει ο Ενυάλης, η γραία, θύμα της μοχθηρίας της, επληγώθη όμως εις τον βραχίονα κι ο κινών όπισθεν της σκηνής τα νευρόσπαστα. Το γεγονός αυτό έγινε αφορμή να μεταρρυθμιστεί το δράμα κι έτσι την κρίσιμη στιγμή, ενώ η κακούργα γριά αναγγέλλει τον θάνατο της αγαπημένης και ο απελπισμένος νέος βγάζει το μαχαίρι του ν΄ αυτοκτονήσει, εμφανίζεται η νεάνιδα χαμογελώντας από ευτυχία, ο Φερχάτ ρίχνεται στην αγκαλιά της και την ώρα που οι δύο εραστές φιλιούνται ευτυχισμένοι, η γριά μέγαιρα πέφτει νεκρή απ’ την μοχθηρία και τον φθόνο της. Έτσι, το δράμα έλαβε τη λύση που του ταίριαζε, έχοντας τώρα και κάθαρση χάρις εις το ευαίσθητο και την καλαισθησία του Αλβανού, καταλήγει ο Ενυάλης.

Ο συγγραφέας δεν θα παραλείψει να διασώσει και την ιστορική προέλευση του Καραγκιοζείου αυτού δράματος: «…Το Καραγκιόζιον τούτο δράμα πολλάς έχει τας πιθανότητας ότι είνε εξηγμένο εκ του επικού μυθιστορήματος «Χοσρέφ Βε Σιρίν». Κατά τον Β. Γαλάνη προέρχεται πιθανώς από τουρκική διασκευή μίας έμμετρης μυθιστορίας του κλασσικού Πέρση ποιητή Nizami Ganjavi. Είναι γνωστό απ’ την ιστορία ότι ο Πέρσης μονάρχης Χοσρόης Β’, γιός και διάδοχος του Ορμίζδα Δ’, κατατροπώθηκε από τον στασιαστή διοικητή της Μηδείας Βαράμ ή Ουαράνα, του οποίου οι οπαδοί δολοφόνησαν τον πατέρα του στην Κτησιφώντα αρχές του 590 μ.χ. Ο νόμιμος διάδοχος Χοσρόης πέτυχε να διαφύγει στο Βυζαντινό έδαφος, όπου επεκαλέστη τη συνδρομή του Αυτοκράτορος Μαυρικίου (582-602 μ.χ), για να ανακτήσει το θρόνο των προγόνων του. Ο Μαυρίκιος είχε το θάρρος και την πολιτική ευφυία να αποδεχθεί την πρόταση του νεαρού Χοσρόη, παρά την αντίθετη γνώμη της Συγκλήτου και παρά τα ανταλλάγματα που πρόσφεραν οι στασιαστές, για να εξασφαλίσουν την ουδετερότητά του. Ο Μαυρίκιος αντιμετώπισε τον Χοσρόη σαν παιδί του προσφέροντάς του βασιλικά δώρα και προστατεύοντας και την Περσική Βασιλική οικογένεια, αφού ο Χοσρόης κατέφυγε κοντά του μαζί με τις γυναίκες του και με τα δύο νεογέννητα παιδιά του. Μάλιστα δε ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας κατόρθωσε να τον αποκαταστήσει στον θρόνο του, ο δε Χοσρόης προς τούτοις έλαβε και σύζυγο Ελληνίδα,  την οποία η Ασιατική μυθιστορία μετέβαλε σε θυγατέρα του Μαυρίκιου, αφού διέσωσε αυτήν από την τρομερή σφαγή ολόκληρης της οικογένειάς του, που έγινε απ’ τον διάδοχό του Φωκά (602-610 μ.χ) αλλάζοντας και τ’ όνομά της από Ειρήνη σε Σιρίν. Έτσι δικαιολογείται και η επίκληση από τον Αντίοχο  ή τον Αλέξανδρο της Αγίας Ειρήνης στο γνωστό τραγουδάκι: «Βόηθα Χριστέ και Παναγιά κι εσύ Αγιά Ειρήνη, για να σκοτώσω το θεριό να πάρω τη Σειρήνη». Αυτής της Ειρήνης παρίσταται ο διάσημος Φερχάτ εραστής, κατά τον Ενυάλη.

Πρόγραμμα Βασίλαρου

Η σπουδαία αυτή παράσταση συν τω χρόνω και μέσα στα πλαίσια της Ελληνοποίησης του Θεάτρου Σκιών μετεξελίχθηκε στη γνωστή «Τα Επτά Θηρία και ο Καραγκιόζης» του Μάρκου Ξάνθου, ή «Ο Αντίοχος ο Μακεδών και η ωραία Σειρήνη» του Σπύρου Κούζαρου.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΟΥΖΗ-ΚΟΥΖΑΡΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. «Ο Καραγκιόζης», Επιμέλεια Γιώργος Ιωάννου ΕΣΤΙΑ Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, σελ. 89-125
  2. Rom Gudas, The bitter -sweet art, GNOSIS 1986
  3. Karagoz Turkish Shadow Theatre by Metin And
  4. Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Τόμος Α’ σελ. 307-308
  5. Βαγγέλη Γαλάνη, «Ο Καραγκιόζης και η Ιστορία του» Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 2017 σελ. 180….

 

Related Posts

One thought on “ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ – ΦΕΡΧΑΤ ΚΑΙ ΣΙΡΙΝ

  1. Ο/Η Σωτηρης Αλεξανδρούπολη λέει:

    Συγχαρητήρια ! Εξαιρετική ανάρτηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *